ρυπτικός

-ή, -ό / ῥυπτικός, -ή, -όν, ΝΑ
αυτός που έχει την ιδιότητα να καθαρίζει τους ρύπους, τις ακαθαρσίες ή αυτός που είναι κατάλληλος για καθαρισμό από ρύπους («ῥυπτικωτάτη κόνις», Πλούτ.)
αρχ.
καθαρτικός («ῥυπτικὸν φάρμακον» — το καθάρσιο, Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο ρηματ. επίθ. *ῥυπτός τού ῥύπτω, που απαντά μόνο εν συνθέσει (πρβλ. ἄρ-ρυπτος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυπτικός — fit for cleansing from dirt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικά — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt neut nom/voc/acc pl ῥυπτικά̱ , ῥυπτικός fit for cleansing from dirt fem nom/voc/acc dual ῥυπτικά̱ , ῥυπτικός fit for cleansing from dirt fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικώτερον — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt adverbial comp ῥυπτικός fit for cleansing from dirt masc acc comp sg ῥυπτικός fit for cleansing from dirt neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικωτέρων — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt fem gen comp pl ῥυπτικός fit for cleansing from dirt masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικῶν — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt fem gen pl ῥυπτικός fit for cleansing from dirt masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικόν — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt masc acc sg ῥυπτικός fit for cleansing from dirt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικαῖς — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικαί — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικοῖς — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτικοί — ῥυπτικός fit for cleansing from dirt masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.